Το νανοχωριό

Φωτ.: © Νίκος Τεντόμας

Φωτ.: © Νίκος Τεντόμας

Η δεξιά πόρτα άνοιξε κι ένας ψηλός νάνος βγήκε από μέσα. Του πήρε κάποια ώρα να βγει, γιατί η πόρτα ήτανε φτιαγμένη για κοντούς νάνους. Ένιωθε χαρούμενος που επιτέλους είχε ψηλώσει και μπορούσε έτσι να πραγματοποιήσει κι αυτός το όνειρό του, που δεν ήταν άλλο από το να γυρίσει τον κόσμο. Στο νανοχωριό όλοι οι κάτοικοι ήταν νάνοι και επειδή είχαν κόμπλεξ κοντοτερότητας εξαιτίας τους ύψους τους, δεν εγκατέλειπαν ποτέ το χωριό. Όσοι όμως κατάφερναν να ψηλώσουν, ως δια μαγείας, ξεπερνούσαν το κόμπλεξ και έφευγαν μακριά.Έτσι, κανένας από τους ψηλούς νάνους δεν έμεινε ποτέ στο χωριό.

Μια μέρα εμφανίστηκε στο νανοχωριό ένας κανονικός άνθρωπος. Τον έλεγαν Clarence John Laughlin. Είχε γεννηθεί το 1905 στη Louisiana και ήταν φωτογράφος. Τους είπε ότι λάτρευε τη φωτογραφία και τα βιβλία. Οι νάνοι κάτοικοι του χωριού τον συμπάθησαν, καθώς όλοι έτρεφαν βαθιά αγάπη για το διάβασμα. Ο Clarence ζήτησε τότε να μάθει αν στο χωριό κατοικούσαν μόνο νάνοι. Του μίλησαν, λοιπόν, για την κοντοτερότητα και για το πώς, όταν ψήλωναν, άφηναν τον τόπο τους προκειμένου να γνωρίσουν τον κόσμο.

«Ναι, αλλά πώς γίνεται ένας νάνος να ψηλώσει;», ρώτησε με περιέργεια ο Clarence.

«Α! Αυτή είναι μια μαγική διαδικασία, άκρως όμως επικίνδυνη. Βλέπεις, οι πρόγονοί μας έχτισαν αυτό τον ναό με τρεις πόρτες: μία για την επιστήμη, μία για τη θρησκεία και μία για την τέχνη. Αν θέλει ένας νάνος να ψηλώσει, πρέπει να διαλέξει τη σωστή πόρτα για να μπει στο ναό και τη σωστή για να βγει. Αν κάνει λάθος σε μία από τις δύο πόρτες, χάνεται και δεν τον ξαναβλέπουμε ποτέ. Ο καθένας πρέπει να καταλάβει ποια είναι η πόρτα στην οποία ανήκει, μόνο που οι πόρτες είναι πανομοιότυπες. Κάποιοι, λοιπόν, δοκιμάζουνε στην τύχη, αλλά σπάνια τα καταφέρνουν. Οι περισσότεροι αφιερώνονται από μικροί σε κάποιο από τα τρία, στην προσπάθειά τους να ψηλώσουν. Μελετάνε ασταμάτητα, μέχρι να αισθανθούν ότι γνωρίζουν. Όμως, μόνο λίγοι και εκλεκτοί καταφέρνουν να αντιληφθούν ποια είναι η σωστή πόρτα από την οποία πρέπει να μπουν και να βγουν ώστε τελικά να φύγουν. Μερικούς απ’ όσους ψήλωσαν κι έφυγαν ίσως να τους γνωρίζεις κι εσύ. Αϊνστάιν, Μπετόβεν, Νίτσε, ΘωμάςΑκινάτης, Μποναβεντούρα, Γκάους, Αυγουστίνος, Γαλιλαίος, Νεύτων, Ντοστογιέφσκι,Σαίξπηρ, Atget».

«Α! Αυτόν τον ξέρω! Είναι φωτογράφος».

«Από την άλλη, όμως, επειδή όλοι έχουν υψηλότατο επίπεδο μόρφωσης, στο καφενείο του χωριού γίνονται ατελείωτες συζητήσεις πάνω σε όλα τα θέματα που απασχολούσαν και απασχολούν την ανθρωπότητα. Βέβαια, σπάνια καταφέρνουν οι επιστήμονες με τους θεολόγους και τους καλλιτέχνες να έρθουν σε συμφωνία. Οι συζητήσεις επιτρέπονται μόνο καθημερινές, γιατί τα Σαββατοκύριακα γλεντάμε. Τρώμε, πίνουμε και χορεύουμε για δύο εικοσιτετράωρα. Τη Δευτέρα ξεκουραζόμαστε και από Τρίτη ώς Παρασκευή έχουμε μελέτη και συζήτηση».

«Ωραία φαίνεται να περνάτε. Μπορώ να μείνω μερικές μέρες μαζί σας;».

«Μπορείς, αλλά να ξέρεις ότι απαγορεύεται να δοκιμάσεις να μπεις στον ναό. H είσοδος επιτρέπεται μόνο σε νάνους».

Και έτσι, ο Clarence έμεινε στο χωριό. Περνούσε τις μέρες του παίρνοντας μέρος στις συζητήσεις και φωτογραφίζοντας τους νάνους και το χωριό, το οποίο δεν βρισκόταν και στην καλύτερη κατάσταση, αφού οι νάνοι δεν τα πήγαιναν τόσο καλά με τις χειρωνακτικές εργασίες. Ο φωτογράφος επιθυμούσε διακαώς να μπει, να δει και να φωτογραφίσει το εσωτερικό του ναού μήπως και ανακάλυπτε με ποιον μυστικό τρόπο ψήλωναν οι νάνοι. Ένα Σαββατόβραδο που είχε πιει αρκετά, έφυγε κρυφά από το καφενείο και κατευθύνθηκε προς τον ναό. Όταν έφτασε, στάθηκε απ’ έξω διστακτικός, μα οι επιφυλάξεις του κράτησαν πολύ λίγο και τελικά άνοιξε τις μεγάλες πόρτες του ναού και μπήκε…
Εκείνη τη στιγμή η γη άρχισε να τραντάζεται κάτω από τα πόδια του και συνειδητοποίησε ότι είχε διαπράξει ένα τραγικό σφάλμα. Ξέχασε το φιλόδοξο σχέδιο μονομιάς, βγήκε όπως όπως έξω και άρχισε να τρέχει μακριά σαν τρελός. Οι νάνοι, όλοι μεθυσμένοι στο καφενείο, δεν κατάφεραν ν’ αντιδράσουν έγκαιρα. Λίγα λεπτά αργότερα τα πάντα είχαν ισοπεδωθεί. Οι νάνοι κείτονταν νεκροί και το νανοχωριό θάφτηκε για πάντα κάτω από τα συντρίμμια.

Πάνω σ’ ένα ύψωμα, ο Clarence έμεινε να κοιτάζει πολλή ώρα την καταστροφή. Όταν συνήλθε, ψέλλισε ένα αδύναμο «συγγνώμη» και με δάκρυα στα μάτια ξεκίνησε για το ταξίδι του γυρισμού…

Υστερόγραφο
Όταν o Clarence John Laughlin πέθανε το 1985 άφησε 17000 αρνητικά και 30000 βιβλία. Οι σουρεαλιστικές και συχνά νοσταλγικές φωτογραφίες του δείχνουν την επιρροή που άσκησε επάνω του ο Eugène Atget καθώς και άλλοι φωτογράφοι που προσπάθησαν να φωτογραφίσουν το αστικό τοπίο της εποχής τους που εξαφανιζόταν. Το πιο γνωστό του βιβλίο , Ghosts Along the Mississippi, εκδόθηκε το 1948.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Metamatic Taf στο microstory.gr  και στο Μύρτιλο 03

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s